Στρατηγική υποστήριξη

 



Όταν έχεις αφήσει αρκετά πίσω την αφετηρία μιας startup, έχουν πια διαλυθεί οι ατμοί της ομίχλης των ονείρων που σου έδωσαν την αρχική ώθηση.

Ένα από τα πράγματα που βλέπεις ξεκάθαρα τότε, είναι ότι ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιείσαι, έχεις ανταγωνισμό. Θα συμπλήρωνα, πολύ ανταγωνισμό, αλλά ας το αφήσουμε έτσι γενικό για να καλύπτει και την περίπτωση των λίγων, πραγματικά καινοτόμων, που δεν έχουν ακόμα ανταγωνιστές.

Αν σ’ αυτό το σημείο δεν έχεις γονατίσει ήδη κι αν το κεφάλι σου δεν έχει μείνει στα σύννεφα, αρχίζεις να σκέφτεσαι κάτι θεμελιώδες για την πορεία σου από δω και πέρα: “ποια θα είναι η στρατηγική μου;”.

Για ν’ αποφασίσεις, πρέπει πρώτα απόλα να γνωρίζεις, τι σημαίνει στρατηγική. Κι εδώ βοηθάει λίγο μια παιδεία τύπου MBA. Γιατί οι περισσότεροι δεν έχουν σαφή αντίληψη περί τίνος πρόκειται και μπλέκουν τη στρατηγική με τακτικές αποφάσεις, επιμέρους κινήσεις και συγκεκριμένα πλάνα εφαρμογής.

To cut a long story short, και με κίνδυνο κάποιας απλοποίησης, να πούμε γρήγορα ότι στρατηγική είναι η κεντρική θέση που θα κατευθύνει όλες τις επιμέρους αποφάσεις σου και το πιθανότερο είναι να έχεις να επιλέξεις ανάμεσα σε τέσσερεις θεμελιώδεις στρατηγικές:

  • Ηγεσία κόστους
  • Ηγεσία διαφοροποίησης
  • Εστιασμό και ηγεσία κόστους
  • Εστιασμό και ηγεσία διαφοροποίησης

Η διαφορά των δύο πρώτων από τις δύο δεύτερες είναι το ότι οι μεν απευθύνονται στο σύνολο της αγοράς εντός της οποίας δραστηριοποιείται η επιχείρηση, ενώ οι δε σε κάποιο τμήμα της.

Ένα απλό παράδειγμα για να γίνει κατανοητό: Παπούτσια (σύνολο αγοράς) Αθλητικά παπούτσια (τμήμα αγοράς).

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη απόφαση που παίρνουμε είναι αν θα κινηθούμε προς το να επιτύχουμε ηγεσία κόστους (δηλαδή να έχουμε τις καλύτερες τιμές, από όλο τον ανταγωνισμό) ή ηγεσία διαφοροποίησης (δηλαδή να έχουμε προϊόν με χαρακτηριστικά τέτοια που να είναι το ελκυστικότερο, ανεξαρτήτως τιμής).

Στα ICT startup, κι ειδικά τα ελληνικά, η απόφαση είναι εύκολη και έρχεται από τα ίδια τα πράγματα: η ηγεσία κόστους είναι ανέφικτη και, σε μεγάλο βαθμό, άνευ νοήματος.

Είναι ανέφικτη, καταρχήν, γιατί δεν υπάρχει περίπτωση ν’ ανταγωνιστούμε χώρες χαμηλού κόστους. Δεν έχουμε κάποιο φτηνό νόμισμα. Κι οι υποδομές που χρησιμοποιούμε (cloud platforms, third party apps κτλ) βρίσκονται σε χώρες υψηλού κόστους με αντίστοιχο τίμημα.

Επιπλέον δεν έχει και νόημα γιατί startup κάνεις με την ελπίδα να προσφέρεις κάτι που διαφέρει, όχι κάτι που είναι καρμπόν κάποιου άλλου. Δεν πρόκειται για στάρι ή για ρύζι.

Το ερώτημα λοιπόν είναι που στηρίζεις μια στρατηγική διαφοροποίησης; 

Μιλάμε για διαφοροποίηση, αλλά ο προσεκτικός αναγνώστης θα έχει ήδη παρατηρήσει ότι δεν έχουμε ορίσει σαφώς σε τι.

Διαφοροποίηση στο προϊόν, είναι η προφανής απάντηση.

Αλλά τι είναι προϊόν; Είναι μόνο το λογισμικό ή και το πως προσφέρεται; Τα κανάλια από τα οποία το προμηθευόμαστε, η ευκολία πληρωμής, οι ευνοϊκοί όροι, η διαδικασία εκπαίδευσης κι εκμάθησης κτλ; Και τι βάρος μπορεί να έχει το καθένα από τα επιμέρους στην αξιολόγηση και την κρίση του πελάτη;

Τεχνολογία

Για τα ICT startup το νούμερο ένα στοιχείο διαφοροποίησης θα έπρεπε να είναι η τεχνολογία. Αλλά πραγματική διαφοροποίηση στην τεχνολογία μπορεί να προκύψει μόνο αν υπάρχει και λειτουργεί το ανεξάντλητο φυτώριο ταλέντου και γνώσης που λέγεται ανώτατη παιδεία. Από τις εργασίες και τα εξειδικευμένα μεταπτυχιακά, την κατεύθυνση της έρευνας προς παραγωγικούς σκοπούς κλπ. προκύπτουν, αρχικά, οι νέες κατευθύνσεις κι ιδέες, κι οι εφαρμογές στη συνέχεια.

Παρότι έχουμε αξιόλογο διδακτικό προσωπικό κι εν δυνάμει ταλέντα, το όλο περιβάλλον βρίθει αντικινήτρων. Τα Πανεπιστήμια δεν είναι ελεύθερα να κάνουν το έργο τους και σύρονται συνεχώς προς τα κάτω. Όταν εμφανιστούν νέα ταλέντα που μπορούν να δημιουργήσουν πραγματικά νέες τεχνολογίες, το πιθανότερο είναι να μεταναστεύσουν για να εκπληρώσουν τους στόχους τους.

Συνεπώς στο κομμάτι τεχνολογία, εκεί που καταλήγει να στοχεύει και να ελπίζει περισσότερο μια ελληνική εταιρεία, είναι η επιτυχημένη εφαρμογή μιας υπάρχουσας τεχνολογίας κι όχι η εισαγωγή μιας νέας.

Το περιτύλιγμα

Το πως προσφέρεις ένα προϊόν, μπορεί να είναι και σημαντικότερο από το ίδιο το προϊόν. Οι χρήστες δεν είναι μηχανές (ακόμα) και παρορμούνται στο ν’ αγοράσουν μια υπηρεσία από πολλά και διάφορα:

  • Φήμη
  • Αισθητική
  • Ευκολία
  • Branding
  • Ταχύτητα αγοράς
  • Τρόποι αγοράς και πληρωμής

κ.α.

Πολλοί απ’ αυτούς τους τρόπους πρέπει να υποστηρίζονται από τεχνολογία κι έτσι πέφτουμε στο προηγούμενο πρόβλημα. Πολλοί άλλοι όμως μοιάζουν εφικτοί. Και θ’ αρκούσαν αν δεν παρεμβάλλονταν δύο άλλα προβλήματα που, και πάλι, δεν έχουν να κάνουν με τα statup αλλά τη χώρα.

  • Μικρό μέγεθος αγοράς που οδηγεί σε μικρό word of mouth
  • Περιορισμένης εμβέλειας μέσα προώθησης

Για να μη μακρηγορώ, με ανάλογο σκεπτικό πάνε στην άκρη οι περισσότερες επιλογές, εκτός από δύο:

  • Τον καλό σχεδιασμό που οδηγεί σε ευκολία χρήσης.
  • Την καλή υποστήριξη που “διασώζει” τον πελάτη από όλα τα άλλα shortcomings.

Η προσωπική μου επιλογή στο Discoveroom υπήρξε η δεύτερη. Κι έχει αποδώσει. Παρά τα μικρά μεγέθη, μας έχει ανταμείψει με loyalty πάνω από το μέσο όρο, σε μια αγορά που δεν φημίζεται για το loyalty των πελατών. Κι έχουμε ακούσει πολλές φορές επαινετικά σχόλια για την ταχύτητα και την ποιότητα της ανταπόκρισης μας.

Θα πάω ένα βήμα παραπέρα, για να ισχυριστώ ότι το θέμα της υποστήριξης είναι βασικά θέμα commitment. Δεν θέλει τρελές υποδομές κι εργαλεία. Και, ειδικά για τις startup, πιστεύω ακράδαντα ότι οι founders πρέπει να ξοδεύουν ικανό χρόνο υποστηρίζοντας οι ίδιοι πελάτες, ακόμα κι όταν έχει πάψει να είναι αναγκαίο λόγω μεγέθους. Κι αυτό γιατί είναι μια μοναδική ευκαιρία ν’ ακούσεις από πρώτο χέρι τι προβλήματα έχουν οι χρήστες, τι επιθυμούν, τι αγαπούν, τι μισούν, τι θα θέλανε, τι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν. Κι αν αυτό δεν είναι χρήσιμο, δεν ξέρω τι είναι.


Η εστίαση μας στο κομμάτι της υποστήριξης μου άνοιξε τα μάτια στις ελλείψεις των εργαλείων υποστήριξης. Κι από νωρίς σκέφτηκα κι επιθύμησα κάτι που δεν υπήρχε. Κι όπως γίνεται συνήθως, ότι δεν βρίσκεις έτοιμο, τελικά σηκώνεις τα μανίκια κι αρχίζεις να το φτιάχνεις. Αλλά αυτό είναι για επόμενο ποστ.

Υπάρχει τύπος προσωπικότητας κατάλληλος για startuper;

Με έξη νέα επιχειρηματικά κεφάλαια και 400 εκατομμύρια, η σύμπραξη Ευρωπαϊκής και ιδιωτικής χρηματοδότησης αναζητά πολλά νέα επιχειρηματικά σχήματα για χρηματοδότηση. Η έμφαση δεν είναι στο 400 εκατομύρια αλλά στο πολλά νέα επιχειρηματικά σχήματα. Αν υποθέσουμε ότι επιλεγούν τελικά γύρω στις 120 προτάσεις για χρηματοδότηση, θα πρέπει να υπάρξει μια προσφορά τουλάχιστον τετραπλάσια/πενταπλάσια για να έχει ενδιαφέρον η διαδικασία και πιθανότητες ευόδωσης το όλο εγχείρημα.

Προσωπικά πιστεύω ότι θα υπάρξει ο ικανός αριθμός προτάσεων. Έχοντας περάσει από το αντίστοιχο στάδιο πριν πέντε χρόνια και φιλοδοξώντας μια επανάληψη, θέλω να μοιραστώ μερικές σκέψεις όχι για τη διαδικασία αλλά για το soul searching που πρέπει να κάνουν όσοι αποφασίσουν να ξεκινήσουν. Πιστεύω ότι μπορεί να γλυτώσει πολλούς από άδικο κόπο και σπατάλη χρόνου.

Προφανώς δεν έχω κανενός είδους ειδίκευση γι αυτά που θα πω, ούτε κάποια παραδειγματική πορεία που μου δίνει carte blance να συμβουλεύω, ούτε καν καλή εμπειρική θεμελίωση. Είναι πράγματα που συμπέρανα από το δικό μου soul searching κι ίσως μπορεί να φανούν χρήσιμα και σε άλλους.

Πάμε λοιπόν.

Το πρώτο πράγμα που αναρωτιέται ή, τουλάχιστον, θα ‘πρεπε ν’ αναρωτιέται όποιος για πρώτη φορά ανοίγει πανιά στην επιχειρηματικότητα δεν είναι τόσο η ιδέα του, όσο αν ο ίδιος έχει ό τι απαιτείται.

Με πρόχειρη αναζήτηση μπορεί να βρει κανείς χιλιάδες άρθρα από χιλιάδες, πεπειραμένους εντός κι εκτός εισαγωγικών μέντορες. Για την ακρίβεια τόσα πολλά και σε κάποιο βαθμό αντιφατικά, που μάλλον σύγχιση προκαλούν παρά βοηθούν.

Επειδή την ερώτηση προς τον εαυτό του για το αν έχει ότι χρειάζεται δεν την κάνει κανείς μια μόνο φορά, αλλά σε κάθε φάση, ειδικά στις δύσκολες, ακόμα περισσότερο στις αποτυχίες και τα πισωγυρίσματα, ένα αντικειμενικό μέτρο είναι σαφώς προτιμώτερο από τις όποιες απόψεις τρίτων ή από την απλουστευτική θέση ότι αρκεί να θελήσεις αρκετά κάτι και θα γίνει.

Στην ψυχολογία, η κυρίαρχη θεωρία για την προσωπικότητα θεωρεί ότι αυτή συναρμόζεται από πέντε διαφορετικά χαρακτηριστικά (Big Five personality traits). Αυτά είναι τα ακόλουθα:

  • Openess:  δηλαδή να είναι κανείς ανοιχτός στην εμπειρία και στις νέες ιδέες. Σημαίνει συνήθως δημιουργικότητα, εφευρετικότητα, αγάπη για τις τέχνες και τις επιστήμες, κ.α.
  • Consientiousness: σημειοδοτεί εργατικότητα, αγάπη για συνέπεια και τάξη.
  • Extraversion: εξωστρέφεια, κοινωνικότητα, επικοινωνία.
  • Agreeableness: αποφυγή σύγκρουσης, διάθεση για προσφορά προς τους άλλους, ενσυναίσθηση, προσήνεια.
  • Neuroticism: εύκολη εμφάνιση αρνητικών συναισθημάτων.

Τα πέντα χαρακτηριστικά τα θυμάται κανείς εύκολα από τα αρχικά τους που συνθέτουν τη λέξη OCEAN (ωκεανός).

Η προσωπικότητα είναι ένα μίγμα από αυτά τα πέντα χαρακτηριστικά με διάφορους βαθμούς έντασης το καθένα.

Αυτά που θα περιμέναμε να βρούμε σε ανθρώπους με “κλήση” προς την επιχειρηματικότητα είναι:

  • Openess αφού ζητούμενο είναι η καινοτομία αλλά κι η γρήγορη προσαρμογή σε νέες συνθήκες κι αλλαγή πλεύσης, η υιοθέτηση νέων πρακτικών κι η δυνατότητα να αφουγκράζεται κανείς το περιβάλλον, από το στενό εσωτερικό της επιχείρησης ως το ευρύτερο κοινωνικό κι οικονομικό. Θα έλεγα είναι το νούμερο 1 από το επιθυμητό μίγμα χαρακτηριστικών κι οι επίδοξοι επιχειρηματίες πρέπει να “σκοράρουν” ψηλά σε openess, πάνω από 70%.
  • Conscientiousness καθώς startup σημαίνει πολλή δουλειά. Αλλά εδώ θέλει λίγο μεγαλύτερο μέτρο γιατί η αγάπη για την τάξη και την οργάνωση οδηγεί πολλές φορές σε δυσκαμψία και δογματικότητα. Θέλουμε κάτι πάνω από 50% αλλά όχι πολύ πάνω.

Είναι επίσης επιθυμητό να έχει κανείς χαμηλό ποσοστό neurotisism για να μην καταρακωθεί ψυχικά από τις αναποδιές και τις απογοητεύσεις, το συνεχές stress και την αβεβαιότητα.

Σχετικά με την εξωστρέφεια (extraversion), άποψη μου είναι ότι για μη τεχνικούς founders είναι ένα συν καθώς κατά πάσα πιθανότητα η δουλειά τους θα επικεντρωθεί περισσότερο στις πωλήσεις και το marketing. Οι τεχνικοί founder αναμένεται να σκοράρουν χαμηλότερα σ’ εξωστρέφεια. Αν είναι πολύ χαμηλά, αυτό μπορεί ν’ αποδειχτεί πρόβλημα καθώς πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνούν αποτελεσματικά, συχνά και με πολλούς (πελάτες, επενδυτές, υπαλλήλους).

Τέλος, το εναπομένον χαρακτηριστικό (agreeableness) μάλλον δεν ταιριάζει με την επιχειρηματικότητα γιατί η τελευταία ενέχει πολύ ανταγωνισμό. Μπορεί όμως να είναι βοηθητική σ’ ένα τύπο επιχειρηματικότητας, την κοινωνική επιχειρηματικότητα.

Τα ποσοστά που αναφέρω δεν είναι απόλυτα, ούτε έχουν προκύψει από κάποια αντικειμενική μελέτη. Είναι gut feeling και γι αυτό δεν πρέπει να τα παίρνει κανείς πολύ τοις μετρητοίς. Περισσότερο σαν ένδειξη κατεύθυνσης, παρά σαν μέτρηση.

Πως όμως διαγνώνουμε τον τύπο της προσωπικότητας μας;

Υπάρχουν πολλά τεστ. Άλλα διατίθενται δωρεάν, άλλα επί πληρωμή. Πολλά χρησιμοποιούν το μοντέλο των Big Five  παραλλαγμένο ή επαυξημένο. Υπάρχουν ολόκληρες online υπηρεσίες που κάνουν αυτή τη δουλειά.

Εδώ είναι ένα δωρεάν τεστ https://openpsychometrics.org/tests/IPIP-BFFM/.

Κι εδώ ένα επί πληρωμή (πολύ μικρό ποσό): https://www.understandmyself.com/personality-assessment

Αν θέλετε να κάνετε μια διασταύρωση μπορείτε να δοκιμάσετε κι ένα αυτόματο τρόπο διάγνωσης με τη βοήθεια της IBM και λίγου machine learning.   Αρκεί να έχετε δείγματα γραπτού στ’ αγγλικά:  https://www.ibm.com/watson/services/personality-insights/

Κατά τ’ άλλα, καλή αρχή 🙂

 

 

 

 

 

 

 

 

Πόσο καιρό χρειάζεται μια ιδιοφυϊα ν’ ανθίσει;

Διαβάζοντας χτες ένα παλιό άρθρο για το πως ν’ αναθρέψεις μια ιδιοφυΐαάρχισα να σκέφτομαι το κατά πόσο υπάρχει θέμα χρόνου στο πότε θα εμφανιστεί μια ιδιοφυΐα. Μπορεί, ας πούμε, ν’ αργήσει 20, 30, 40 ή 50 χρόνια; Μπορεί να λάμψει όταν κάποιος έχει πατήσει τα εξήντα; Τα εβδομήντα ή ακόμα παραπάνω;

Η πρώτη σκέψη που κάνει κανείς είναι πως όχι, κι αυτό γιατί μπαίνει σε λειτουργία το availability bias που όταν διερωτώμαστε για ένα θέμα, αυτό που μας έρχεται πρώτο στο νού, είναι ότι είναι πιο διαθέσιμο από αναμνήσεις. Κι η μνήμη μας, αν δεν ζούμε σαν ερημίτες, έχει κατακλυστεί από ιστορίες προικισμένων παιδιών ή λαμπρών νέων. Καλλιτεχνών, επιστημόνων, ιδίως μαθηματικών, και, τελευταία, επιχειρηματιών.

Ποιός, αλήθεια, δε θα φέρει στο νου του το Μότσαρτ να παίζει πιάνο σαν βιρτουόζος από τα 4; Ή για να το φέρουμε κοντά μας, το Σγούρο και τον Καβάκο;

Κι άλλα, λιγότερο γνωστά, παραδείγματα, όπως:

  • του Γκάους που στο δημοτικό, σε ηλικία 8 ετών, λύνει σε δευτερόλεπτα το πρόβλημα που τους έχει βάλει ο δάσκαλος “Πόσο είναι το άρθροισμα των αριθμών από το 1 ως το 100”.
  • του Γκαλουά, που θεμελίωσε τη θεωρία ομάδων πριν τον πρόωρο θάνατο του στα 21!
  • του Αϊνστάιν που δημοσιεύει το 1905, το λεγόμενο annus mirabilis, όντας 26 χρονών δημοσιεύει, όχι μια, αλλά τέσσερεις, θεωρίες (φωτοηλεκτρικό φαινόμενο, για την κίνηση Brown, την ειδική θεωρία της σχετικότητας, την ισοδυναμία ενέργειας — μάζας) που αλλάζουν κυριολεκτικά την πορεία της φυσικής.

Στα μαθηματικά, ειδικά, αν κάποιος έχει περάσει τα τριάντα, δεν αναμένεται να κάνει μεγάλη συμβολή στην επιστήμη του, το δε ανώτατο βραβείο των μαθηματικών (Fields metal) δίνεται μόνο για ηλικίες κάτω των 40.

Κι ενώ φαίνεται πως ιδιοφυϊα και νεότητα πάνε χέρι χέρι, αν εμβαθύνει λίγο κανείς βρίσκει πολλά παραδείγματα late geniuses, ανθρώπων, δηλαδή,που έλαμψαν σε μεγάλη ηλικία, όπως ο Θερβάντες που έγραψε τον Δον Κιχώτη όταν κόντευε τα 60, ή ο Γκωγκέν, που η μεγάλη του παραγωγή γίνεται μετά τα 50.

Ψάχνοντας να βρω αν υπάρχει καμιά εξήγηση για το φαινόμενο, έπεσα πάνω στον οικονομολόγο David Galenson, που ερευνώντας συσχετίσεις μεταξύ τιμών έργων τέχνης και ηλικιών καλλιτεχνών, διαμόρφωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα θεωρία για τους τύπους ιδιοφυΐας.

Στο βιβλίο “Old Master and Young Geniouses”, o Galenson ισχυρίζεται ότι υπάρχουν δύο τύποι ιδιοφυΐας: η εννοιολογική (conceptual) κι η πειραματιστική (experimentalist). Οι νεαρές ιδιοφυΐες είναι κυρίως του πρώτου τύπου, ενώ οι ώριμοι δάσκαλοι είναι του δεύτερου. Κι ακριβώς αυτό εξηγεί και τη διαφορά του χρόνου εμφάνισης της ιδιοφυΐας: ο μακροχρόνιος πειραματισμός, η εμπειριστική προσέγγιση προς ένα στόχο, που δεν είναι σαφής ή εκ των προτέρων τεθείσα, προφανώς παίρνει πολύ χρόνο. Αντίθετα, οι νεαρές ιδιοφυΐες ξέρουν καλά προς τα που θέλουν να κατευθυνθούν κι ο τρόπος που εργάζονται προς αυτό, μοιάζει με την παραγωγική μέθοδο της λογικής, που εξάγει τα συμπεράσματα από μια μικρή ομάδα αρχών.

Οι πειραματιστές δουλεύουν επαγωγικά. Πρέπει να συσσωρεύσουν πολύ εμπειρία, να κάνουν πολλές δοκιμές και λάθη, κι εντωμεταξύ, πρέπει και να ζήσουν, γι αυτό περισπώνται και σε βιοποριστικές απασχολήσεις, λίγο πολύ άσχετες με την κύρια επιδίωξη τους.

Αν σας κίνησα το ενδιαφέρον, ακούστε αυτό το podcast που ανακάλυψα τυχαία. O Galenson αναπτυσει επί 20 λεπτά τη θεωρία του, μιλώντας για το θέμα που κυρίως τον ενδιαφέρει, τους ζωγράφους, αλλά με αναφορές και σ’ άλλα πεδία. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η κρίση του για το δίδυμο Steve Jobs, Steve Wozniak.

Πάντως, όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να σκεφτώ κανενός είδους ιδιοφυΐα, με μεγάλης ακτινοβολίας έργο, που να έχει περάσει τα εβδομήντα. Φαίνεται ότι ακόμα κι η ιδιοφυΐα κάποια στιγμή συνταξιοδοτείται.

 

 

 

30 χρόνια

Χτες, κάποια στιγμή που το μυαλό μου ήταν χαμένο σε μια ονειροπόληση, θυμήθηκα ότι φέτος συμπληρώνω 30 χρόνια επαγγελματικής ζωής. Η σκέψη με ξάφνιασε κάπως, κι αναπόφευκτα άρχισα να κάνω ένα απολογισμό αυτής της πορείας.

Μερικά στατιστικά πρώτα. Αυτά τα τριάντα χρόνια είναι περίπου ισομοιρασμένα ανάμεσα σε υπαλληλική ζωή και σε ζωή σαν επιχειρηματίας, σε περίπου ίσο αριθμό εταιρειών από την κάθε πλευρά: 4 σαν υπάλληλος, 3 σαν επιχειρηματίας.

Κι οι επτά αυτές εταιρείες είχαν ένα προφανές κοινό χαρακτηριστικό: τη σχέση με την πληροφορική, το ίντερνετ και τον ψηφιακό κόσμο. Αν μπρορούσα να μετρήσω φυγόκεντρες δυνάμεις από αυτό τον πυρήνα, θα έβρισκα τις περισσότερες στη προτελευταία μου απασχόληση, που είχε σχέση με digital marketing. Που όμως κι εκεί, το στοιχείο που με είχε τραβήξει, ήταν το digital κι όχι το marketing.

Για κάποιον που δεν έχει σπουδάσει πληροφορική, είναι λίγο παράξενη αυτή η εμμονή. Βέβαια, δεν θα μπορούσα να είχα σπουδάσει πληροφορική ακριβώς, γιατί δεν υπήρχαν οι σχετικές σχολές όταν ήμουν φοιτητής. Η σαγήνη του ψηφιακού κόσμου ξεκίνησε από το λύκειο, όταν πρωτοείδα ένα βιβλίο για υπολογιστές του ξαδέλφου μου που ήταν πρωτοετής ηλεκτρολόγος στο ΕΜΠ. Μετά ήρθαν τα Spectrum και τα πρώτα PC και κάπου εκεί κόλλησα. Όχι τόσο όμως ώστε να πάρω μια πορεία προγραμματιστή (πράγμα εφικτό τότε, γιατί οι περισσότεροι ήταν αυτοδίδακτοι), παρότι άρχισα να γράφω κώδικα από πολύ νωρίς και μάλιστα κάποιες στιγμές πήγαινα και στα πολύ βαθεία γράφοντας προγραμματάκια σε assembly για 8088.

Τα οικονομικά, το finance και το management τράβηξαν επίσης την προσοχή μου και η ενασχόληση μου στις εταιρείες πληροφορικής την πρώτη δεκαπενταετία ήταν γύρω από αυτά τα αντικείμενα.

Ο μικρότερος χρόνος που έμεινα σε κάποια εταιρεία ήταν το 1 χρόνος κι ο μεγαλύτερος τα 10. Σε 3 από τις 7 έμεινα 3 χρόνια, ενώ τα 10 τα πέρασα στην Oracle τη δεκαετία του 90 που ήταν κι ένα μεγάλο σχολείο απόλες τις απόψεις.

Από άποψη απολαβών, σαν υπάλληλος έβγαζα πολύ περισσότερα απότι σαν επιχειρηματίας. Αυτό μπορεί να λέει κάτι για μένα σαν επιχειρηματία, αλλά μπορεί να λέει και κάτι για την επιχειρηματικότητα γενικά. Ειδικά, την επιχειρηματικότητα που πάει να φύγει λίγο από την πεπατημένη, τη “σιγουράτζα”.

Εκ των υστέρων διαπιστώνω, ότι αυτό που με κρατούσε ή, πιο σωστά, κρατούσε το ενδιαφέρον μου σε υψηλά επίπεδα σε μια απασχόληση, ήταν ο διεθνής προσανατολισμός της εταιρείας, το κατά πόσο είχε εμπορικές σχέσεις, συνεργασίες ή εκτελούσε εργασίες εκτός Ελλάδος. Στις 5 από τις 7 παραπάνω εταιρείες υπήρχε αυτό το στοιχείο αλλά πιο έντονο ήταν σε δύο περιπτώσεις.

Συνεργαζόμενος με κόσμο από άλλες χώρες (Κορέα, Ισραήλ, Γερμανία, Βαλκάνια, ΗΑΕ, Αμερική, Ιταλία κ.α.) απέκτησα μια εικόνα του work ethic της κάθε μιας από αυτές τις χώρες.

Από πολύ νωρίς απορούσα τι ήταν αυτό που έκανε κάποιες από τις χώρες και τις εταιρείες που συναλλασόμουν πιο αποτελεσματικές, πιο κερδοφόρες, πιο καινοτόμες κτλ. Γιατί στο επίπεδο των peers δεν έβλεπα κάτι ιδιαίτερο, κάτι που να δικαιολογεί τη διαφορά. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις διέκρινα χαμηλότερο επίπεδο γενικών γνώσεων και μικρότερο commitment προς την εργασία.

Παράλληλα, όμως, έχοντας περάσει χρόνο σε διάφορα ξένα γραφεία, έβλεπα τις εταιρείες αυτές να δουλεύουν με σημαντικά μικρότερες ενδοεταιρικές εντάσεις και μ’ ένα καλοκουρδισμένο ρυθμό ενώ στην ελληνική πλευρά επικρατούσε πάντα ένα μικρό ή μεγάλο χάος. Ανεξαρτήτως βαθμίδος, το πνεύμα συνεργασίας ήταν πάντα χαμηλό και η αντιμετώπιση του άλλου καχύποπτη στην καλύτερη περίπτωση, υπονομευτική στη χειρότερη.

Ο Έλληνας στην εργασία ή φοβάται, οπότε ακολουθεί μια απαρέγκλιτη ρουτίνα για να μην χάσει τη θέση του, ή θέλει να επιβάλει τον δικό του κανόνα, όποιος κι αν είναι αυτός, από το θα έρχομαι όποτε μου καπνίσει, μέχρι το η εταιρεία θ’ ακολουθήσει εμένα.

Για να μην παρεξηγηθώ, προφανώς έχοντας γεννηθεί, ανατραφεί και μεγαλώσει σ’ αυτό το περιβάλλον, δεν εξαιρώ τον εαυτό μου από αυτές τις συμπεριφορές. Απλά κάποιο κομμάτι του μυαλού μου είχε ανοίξει μια κάμερα και “κατέγραφε προς αρχειοθέτηση”.

Όπως οι περισσότεροι, από αυτή την περιορισμένη εμπειρία πηδάω σε γενικεύσεις που δεν δικαιολογούνται από το στατιστικό δείγμα. Δεν έχει σημασία όμως. Δεν γράφω paper, απλά ανασκαλεύω αναμνήσεις.

Και το ερώτημα που με απασχολεί είναι: “Can we fix it?”. Ή, πιο προσωπικά, τι έχω κάνει εγώ για να αλλάξω τα κακώς κείμενα που έβλεπα και βλέπω;

Όχι πολλά, είναι η απάντηση. Κι ίσως δεν είμαι και σε θέση πια να κάνω, όπως οξειδώθηκα μες τη νοτιά των ανθρώπων, που λέει κι ο Ελύτης.

Αλλά υπάρχει κάτι παρήγορο. Έχοντας ανακατευτεί με την νεόκοπη startup σκηνή από το ξεκίνημα της, βλέπω μια νέα γενηά (ένα μέρος της, καλύτερα) που είναι πιο ανοιχτή στις διεθνείς προκλήσεις και προοπτικές. Και που έχει μια διάθεση να πειραματιστεί όχι μόνο στα τεχνολογικά κι επιχειρηματικά αλλά και στις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Παρά τη γκρίνια, οι νέες εταιρείες που εμφανίζονται, είναι όλο και πιο ενδιαφέρουσες, με αντικείμενα όλο και πιο σύνθετα και knowledge intensive. Κι αυτό είναι σπουδαίο. Αλλά είναι το δεύτερο, οι ανθρώπινες συμπεριφορές, η ομαδικότητα, η αλληλοβοήθεια, η καλή προαίρεση, που θα κρίνουν την έκβαση, κατά την ταπεινή μου άποψη.

Κι όσο για μένα, απλά εύχομαι να είμαι ακόμα ενεργός για καιρό ακόμα για να το δω να συμβαίνει.

Η απειλή της τεχνολογίας

Στο προηγούμενο άρθρο (για την πολιτική του μέλλοντος) ξεκίνησα την ανάπτυξη του σκεπτικού μου για την απειλή της εργασίας από την τεχνολογία, και γενικότερα για την κοινωνία όπως την ξέρουμε.

Συνοπτικά, και πολύ απλουστευτικά, τα πράγματα έχουν ως εξής:

Τα τελευταία πέντε χρόνια, μια νέα προσέγγιση στο θέμα της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) που ακούει στο όνομα Deep Learning,  έλυσε με μεγάλη επιτυχία προβλήματα προσομοίωσης της ανθρώπινης ευφυϊας σε συγκεκριμένους τομείς. Η επιτυχία αυτή επέτρεψε την εμφάνιση μεταξύ άλλων, των αυτοοδηγούμενων αυτοκινήτων, της αναγνώρισης εικόνων με ακρίβεια μεγαλύτερη από τον άνθρωπο, της μετάφρασης μεταξύ γλωσσών κ.α.

Σημειωτέον, ότι σε αντίθεση με παλαιότερες τεχνολογίες όπου ο άνθρωπος “δίδασκε” ένα σύστημα ΤΝ (supervised learning) τα νέα συστήματα λειτουργούν χωρίς καμιά προηγούμενη διδαχή. Μαθαίνουν μόνα τους (unsupervised learning).

Η επιτυχία είναι τόσο μεγάλη που η βιομηχανία πληροφορικής έχει στραφεί μαζικά στην υιοθέτηση τέτοιων τεχνολογιών με σκοπό την επίλυση όλο και δυσκολότερων προβλημάτων.

Ο συνδιασμός της ΤΝ με τη ρομποτική επιτρέπει πλέον την εκτέλεση σύνθετων εργασιών από μεριάς ρομπότ, χωρίς προηγούμενη εκμάθηση, πράγμα που του επιτρέπει να πλησιάζει και ξεπερνά την ανθρώπινη ικανότητα σε εργασίες υψηλής εξειδίκευσης.

Αυτό που δεν έχει λυθεί ακόμα, αλλά που οι ειδικοί αντιμετωπίζουν πλέον με μεγαλύτερη αισιοδοξία, είναι η δημιουργία γενικής ΤΝ (General AI) κάτι που θα αντιστοιχεί στη δημιουργία ενός τεχνητού έλλογου όντος.

Πολύ εύλογα, κάποοι θεωρούν ότι  ότι αν δεν τεθεί έλεγχος στην ανάπτυξη της ΤΝ, κάποια στιγμή θα δημιουργήσουμε μια ευφυϊα υπέρτερη από τη δική μας, με άγνωστα για την διαβίωση, ή κι επιβίωση μας, αποτελέσματα.

Προς το παρόν, οι τεχνολογικές εξελίξεις απειλούν άμεσα την ανθρώπινη εργασία καθώς τεχνητές ευφυϊες ή ρομπότ μπορούν να αντικαταστήσουν ανθρώπους σε δουλειές γραφείου ή εργοαστασίου. Η άποψη αυτή δεν είναι υποκειμενική. Συζητιέται ευρύτατα τον τελευταίο καιρό [πχ από PWC και WEF ] κι οι περισσότερες προβλέψεις είναι δυσοίωνες.

Αυτό που δεν συζητιέται ιδιαίτερα είναι το τι μπορεί να γίνει. Οι όποιες συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την πρόταση για ένα βασικό εισόδημα για όλους ανεξαρτήτως απασχόλησης και μια πρόταση για την φορολόγηση της εργασίας των ρομπότ.

Για να εξετάσουμε όμως πιθανές στρατηγικές πρέπει να κάνουμε ένα νοητικό πείραμα: να τραβήξουμε στα άκρα τις προοπτικές της αυτοματοποίησης και να δούμε σε ποιά δυνατά ενδεχόμενα μπορούν να οδηγήσουν. Η γνώση αυτή κάνει πιο ξεκάθαρες τις επιπτώσεις των επιλογών του σήμερα.

Επειδή μιλάμε για την ανθρώπινη εργασία, ας θυμηθούμε ότι αποτελεί έναν από τους συντελεστές της παραγωγής. Οι άλλοι είναι: γη, κεφάλαιο και, κατά μερικούς οικονομολόγους, η επιχειρηματικότητα με την έννοια της διαδικασίας της οργάνωσης των προηγούμενων τριών συντελεστών της παραγωγής.

Η ΤΝ  και τα Ρομπότ εμπίπτουν στον συντελεστή παραγωγής “κεφάλαιο”. 

Στο βαθμό που ΤΝ και ρομπότ μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως την ανθρώπινη εργασία, τα ενδεχόμενα που διαμορφώνονται για ένα μεσομακροπρόθεσμο μέλλον είναι:

    1. Τα μέσα παραγωγής να περάσουν σε κάποιας μορφής κοινοκτημοσύνη. Έτσι οι καρποί τους θα μπορούν να μοιράζονται κατά αναλογία σ’ όλα τα μέλη της κοινωνίας. Η αλλαγή της ιδιοκτησίας βέβαια δεν μπορεί να είναι αναίμακτη διαδικασία, οπότε μια τέτοια εξέλιξη θα συναντήσει μεγάλη αντίσταση από τους κατόχους του κεφαλαίου σήμερα και δεν μπορεί να προκύψει ειρηνικά. Ας ονομάσουμε αυτή την εκδοχή, ουτοπία, γιατί μοιάζει με τους σοσιαλιστικούς παράδεισους.
    2. Τα μέσα παραγωγής να μείνουν σε λίγους αλλά να γίνει μιας μεγάλης κλίμακας αναδιανομή στους καρπούς τους έτσι ώστε όλα τα μέλη της κοινωνίας να ζουν πάνω από το όριο φτώχειας ή εν πάσει περιπτώσει σε κάποιο υποφερτό επίπεδο. Αν κρίνουμε από την μέχρι σήμερα συζήτηση για το θέμα, αυτή είναι μάλλον η λύση προς την οποία τείνουν οι δυτικές κοινωνίες. Γι αυτό κι η συζήτηση για το βασικό εισόδημα έχει ξεκινήσει από τις πιο αναπάντεχες μεριές: την Silicon Valley και νυν δισεκατομυριούχους. Ας ονομάσουμε αυτή την εκδοχή, αισιόδοξα πραγματιστική, γιατί φαίνεται να υποστηρίζεται από τα νυν δεδομένα και την εξέλιξη του κοινωνικού κράτους στις δυτικές κοινωνίες.
    3. Τα μέσα παραγωγής να μείνουν σε λίγους χωρίς ιδιαίτερη αναδιανομή, πράγμα που θα οδηγήσει τις μάζες στην εξαθλίωση. Μια τέτοια εξέλιξη, παρότι δυσάρεστη κι απαισιόδοξη, δεν είναι αδύνατη, δεδομένης της ανθρώπινης ιστορίας και δεδομένου ότι για λιγότερο δημοκρατικά καθεστώτα αποτελεί μια φυσιολογική εξέλιξη . Στην πραγματικότητα, θα μεταβάλει τον κόσμο στο ανάλογο της σημερινής Αφρικής, με τη χαμηλή ανάπτυξη, μεγάλη ανισότητα, και χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Ας ονομάσουμε αυτή την εκδοχή απαισιόδοξα πραγματιστική.  Είναι δε πραγματιστική γιατί η ανάπτυξη της τεχνολογίας δεν μπορεί να μεταβάλει μόνο την παραγωγική διαδικασία αλλά και τα μέσα καταστολής, το στρατό, την αστυνομία, την εφαρμογή του όποιου νόμου κτλ.
    4. Η τεχνολογική πρόοδος να οδηγήσει σε “αναβάθμιση” αυτού που ορίζουμε σήμερα σαν άνθρωπο, είτε με καθαρά βιολογικά μέσα, είτε με μια ένωση βιολογικού με ηλεκτρονικό (transhumanism, posthumanism). Σ΄αυτή την περίπτωση η (μετά-)ανθρώπινη εργασία σαν παραγωγικός πόρος, μπορεί να διατηρηθεί σε κάποιο βαθμό. Το πόσο θα καθορίσει αν θα αναπαράξουμε τη σημερινή κατάσταση σε ένα υψηλώτερο επίπεδο, ή θα έχουμε ένα μείγμα της αισιόδοξα πραγματιστικής εκδοχής με το σήμερα. Ας ονομάσουμε αυτό το ενδεχόμενο αισιόδοξη μετα-ανθώπινη εκδοχή.
    5. Τέλος, υπάρχει κι η εκδοχή του υπερκερασμού του ανθρώπου από την ΤΝ με ότι κινδύνους μπορεί να συνεπάγεται κάτι τέτοιο για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Ας ονομάσουμε αυτή την εκδοχή δυστοπία.

Σε επίπεδο εθνών/κρατών, τα πράγματα είναι ακόμη πιο μπερδεμένα λόγω των διαφορετικών βαθμών κι επιπέδων ανάπτυξης, τόσο οικονομικής όσο και τεχνολογικής. Κράτη που υπολείπονται, κινδυνεύουν καταρχήν στο επίπεδο του προϊοντικού ανταγωνισμού αλλά και σε φυσικό επίπεδο, από μια στρατιωτική απειλή. Αρκεί να φανταστούμε ένα στρατό από μηχανές. Το πολιτικό κόστος του πολέμου στην χώρα που τον διαθέτει, πέφτει κατακόρυφα, κι άρα ο πειρασμός για να αναπτυχθεί και να χρησιμοποιηθεί ένας τέτοιος στρατός, ανεβαίνει αντιστρόφως ανάλογα.

Μια νέα πολιτική, συνεπώς, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν τρεις παράγοντες:

  1. Το επίπεδο της χώρας στην οποία αναφέρεται.
  2. Το επίπεδο των σχέσεων με τις παρόμοιες χώρες τόσο από άποψη ανταγωνισμού όσο κι από άποψη συνασπισμού.
  3. Την αξιακή επιλογή για τα παραπάνω ενδεχόμενα, ιεραρχώντας τα εί δυνατόν κατά βαθμό προτίμησης.

Μια παρένθεση εδώ για να προλάβουμε μια προφανή αντίρρηση: “αφού η τεχνολογία εμφανίζεται τόσο απειλητική σ’ αυτούς τους τομείς, γιατί δεν την απαγορεύουμε;” Κι εδώ ακριβώς φτάνουμε σ’ αυτό που ανέφερα στο προηγούμενο άρθρο:

Στην αντιπαράθεση, παίρνω σαφώς θέση υπέρ της παγκοσμιοποίησης, για ένα και μόνο λόγο: τα προβλήματα που επικαλέστηκα στο σημείο 1 αλλά δεν έχω αναπτύξει ικανοποιητικά ακόμα, μπορούν να λυθούν μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πως μπορεί να επιβληθεί απαγόρευση αυτών των τεχνολογιών ελλείψη μιας υπερεθνικής οντότητας που θα αστυνομεύει μια τέτοια εφαρμογή; Δεδομένου του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που μπορούν να προσδώσουν, αν μια χώρα σπεύσει σε μονομερή απαγόρευση, τότε κινδυνεύει να πέσει θύμα μιας άλλης με λιγότερο ευαίσθητη συνείδηση.

Αν η απαγόρευση είναι η λύση, τότε με την παρούσα δομή του κόσμου είναι απλά αδύνατη. Στους παραπάνω τρεις παράγοντες πολιτικής, συνεπώς, πρέπει να προστεθεί κι ένας τέταρτος: Η θέση σε σχέση με την παγκοσμιοποίηση. 

Αναζητώντας την πολιτική του μέλλοντος

Από μια συζήτηση στο facebook με τον Σπύρο Δοξιάδη, πήρα αφορμή κι ενέργεια να γράψω μερικές σκέψεις για το ποιά μπορεί ή πρέπει να είναι η Πολιτική του μέλλοντος, τόσο σε παγκόσμια κλίμακα όσο και στα στενά εθνικά μας πλαίσια.

Προφανώς το θέμα είναι δυσανάλογα μεγάλο για τις δυνάμεις μου κι ούτε ισχυρίζομαι ότι το κατέχω, ούτε ότι νοιώθω βεβαιότητα για τις όποιες απαντήσεις θα επιχειρήσω να δώσω.

Περισσότερο θα πρέπει να ειδωθεί σαν μια αφορμή για διάλογο που στην καλύτερη περίπτωση θα αποκαλύψει και θα διαμορφώσει νέες χρήσιμες ιδέες, και στη χειρότερη θα διορθώσει και θα ξεκαθαρίσει τη σκέψη του γράφοντος.

Χωρίς άλλες περιστροφές λοιπόν  θέτω τα προς εξέταση ζητήματα τα οποία θα τα διατυπώσω με μορφή κάπως αξιωματική, αν και στην εκδίπλωση τους, σε μετέπειτα άρθρα,  θα επιχειρήσω να τα δικαιολογήσω σε κάποιο βαθμό.

  1. Η φάση της ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας που διανύουμε, η διαμόρφωση της παραγωγικής διαδικασίας κάτω από την επιρροή τους και  οι συνθήκες που έχουν ήδη επιβάλει αλλά, κυρίως, που θα επιφέρουν αύριο, θέτουν υπαρξιακούς κινδύνους για την ανθρώπινη κοινωνία και ζωή όπως την ξέρουμε. Ενδεικτικά αναφέρω τον κίνδυνο της υποκατάστασης της ανθώπινης εργασίας από την εργασία μηχανών, είτε σε white collar jobs (υποκατάσταση από Τεχνητή Νοημοσύνη), είτε σε blue collar jobs (υποκατάσταση από ρομπότ). Οι επιπτώσεις αυτής της τεχνολογικής αλλαγής θα είναι πολλαπλάσιες αυτού που παρατηρούμε σήμερα και που έχει ήδη συνεγείρει αντιδρούσες δυνάμεις: την μετατόπιση δηλαδή της παραγωγής προς την Άπω Ανατολή, την σμίκρυνση της μεσαίας τάξης, την διασύνδεση των χρηματοοικονομικών συστημάτων με ότι κινδύνουν ελλοχεύουν σ’ αυτό και την μετακίνηση πληθυσμών λόγω πολέμων ή ανέχειας, από τις φτωχότερες  προς τις πλούσιες χώρες.
  2. Δεν έχουν αναφανεί ακόμα οι δυνάμεις που θα προτείνουν ικανοποιητικές απαντήσεις γι τις νέες συνθήκες.
  3. Αντίθετα, με τη μορφή του λαϊκισμού, που φαίνεται να φουσκώνει σαν κύμα και διαπερνά οριζόντια όλο το πολιτικό φάσμα, κυρίως στις δυτικές χώρες, επιχειρείται μια αναδίπλωση και μια στροφή προς το παρελθόν, σε σχήματα που υπόσχονται μια απάντηση στα τρέχοντα προβλήματα, αλλά που αδυνατούν όμως να συλλάβουν τα επερχόμενα στο μέγεθος και σ’ όλη τους την κρισιμότητα. Η αναδίπλωση αυτή οδηγεί στην νέα πολιτική αντίθεση μεταξύ του εθνικισμού και της παγκοσμιοποίησης. Η λογική του λαϊκισμού είναι απλή: είναι οι παγκόσμιες διασυνδέσεις που μας έφεραν στην παρούσα κατάσταση, άρα, αν τις περιορίσουμε ή τις κόψουμε και τελείως, θα γυρίσουμε στην καλή εποχή που όλα δούλευαν ρολόι. Αυτά, επαναλαμβάνω, για τη Δύση. Γιατί για άλλες χώρες η παγκοσμιοποίηση έχει σημάνει αύξηση του πλούτου τους, του βιοτικού τους επιπέδου και του γεωπολιτικού εκτοπίσματος (βλέπε Κίνα).
  4. Η αναδίπλωση αυτή είναι κυρίως ενστικτώδης, εδράζεται σε αντανακλαστικά που έχουν συνοδεύσει το ανθρώπινο είδος από την αρχή της ιστορίας του και που αξιοποιούν  το συνεκτικό στοιχείο των μεγάλων κοινωνικών ομάδων: τους συλλογικούς μύθους. Ασπάζομαι εδώ την ανάλυση του Χαράρι για το θέμα, που βλέπει τις συλλογικές ιστορίες, τις αφηρημένες αυτές οντότητες, είτε πρόκειται για θρησκείες, είτε  πρόκειται για έθνη, εταιρείες, θεσμούς κλπ σαν το βασικό συνεκτικό στοιχείο που επιτρέπει να οργανώνονται και να συνεργάζονται οι άνθρωποι σε μεγάλους αριθμούς.
  5. Σ’ αυτό το πλαίσιο τα λαϊκιστικά κινήματα έχουν ένα πλεονέκτημα: χρησιμοποιούν καλά τις συλλογικές αφηγήσεις, κυρίως ανακαλώντας και στρατολογώντας σχήματα που έχουν δουλέψει αποτελεσματικά στο παρελθόν (= έθνος, πολιτιστική ομάδα κτλ).
  6. Αντίθετα, πολιτικές θεωρίες πιο αφηρημένες, όπως ο κλασσικός φιλελευθερισμός ή ο παραδοσιακός αριστερός διεθνισμός, αλλά κι η ίδια η εγκυρότητα της επιστήμης και η χρησιμότητα της τεχνολογίας χάνουν έδαφος στις αντιλήψεις του κόσμου, αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή και με σαφή εχθρότητα, δυσανάλογη με το τι αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί δεν αρθρώνονται  μέσα απόικανοποιητικά συλλογικά αφηγήματα.
  7. Το διακύβευμα λοιπόν για την χάραξη μιας όποιας νέας πολιτικής είναι πως να απαντήσει με τεχνοκρατικές μεν διαδικασίες στα προβλήματα που προαναφέραμε  αλλά έχοντας πρώτα διαμορφώσει ένα νέο συλλογικό αφήγημα, που να φαίνεται πειστικότερο και δελεαστικότερο από τα σχήματα του παρελθόντος, που θα θέτει τις αξίες και θα ανοίγει το δρόμο στην τεχνοκρατική αντιμετώπιση.
  8. Η έκθεση θέσεων και ιδεών που θα ακολουθήσει δεν είναι ουδέτερη. Στην αντιπαράθεση, παίρνω σαφώς θέση υπέρ της παγκοσμιοποίησης, για ένα και μόνο λόγο: τα προβλήματα που επικαλέστηκα στο σημείο 1 αλλά δεν έχω αναπτύξει ικανοποιητικά ακόμα, μπορούν να λυθούν μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο.
  9. Με αυτό το πλαίσιο σαν δεδομένο, ποιά μπορεί να είναι η ενδεδειγμένη πολιτική για τη χώρας μας; Θα έπρεπε να ρωτάω ποιός θα είναι ο ρόλος της χώρας μας στις κατακλυσμιαίες αλλαγές που έρχονται, αλλά δυστυχώς, είμαστε μακρυά από το να το σκεφτόμαστε ακόμα, λόγω της οκταετούς μας καθήλωσης σε μια άγονη προσπάθεια επίλυσης της κρίσης μας (που πλέον δεν επιδέχεται επιθετικό προσδιορισμό οικονομική, πολιτική ή άλλη, γιατί πια έχει πάρει γενικευμένη μορφή). Προς το παρόν πρέπει να περιοριστούμε σε μια ανάλυση τακτικών ελιγμών που θα μας οδηγήσουν σε σταθερότερα νερά και θα μας δώσουν ίσως μια άνεση χρόνου να σκεφτούμε και να αποφασίσουμε την εθνική στρατηγική.
  10. Η απάντηση που θα επιχειρήσω να δώσω εδράζεται σε δύο πυλώνες:
    • Η όποια πολιτική απόκριση στην πρόκληση του λαϊκισμού, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε εγχώριο επίπεδο, πρέπει να διαθέτει ανάλογη συνεκτικότητα μ’ αυτή του λαϊκισμού, να διαπερνά δηλαδή διάφορους αντίπαλους παραδοσιακούς χώρους και να τους συσπειρώνει ως προς μερικά βασικά ζητήματα, όπως ο λαϊκισμός συσπειρώνει αριστερούς και δεξιούς λαϊκιστές γύρω από το έθνος. Η εύρεση ενός τέτοιο οριζόντιου άξονα θα πρέπει να επιτρέπει στις παραδοσιακές πολιτικές ιδεολογίες  να αναπτύξουν τις διαφορετικές προτάσεις τους στα πλαίσια του. Θα διαμορφώνεται έτσι μια, ρητή ή άρρητη, στρατηγική συναίνεσης σε βασικά ζητήματα που θα επιτρέπει όμως την υγιή πολιτική αντιπαράθεση σε άλλα καίρια ή μη.
    • Επειδή τα συλλογικά αφηγήματα, και κατά συνέπεια οι ανθρώπινοι πολιτισμοί, δημιουργούνται με πολύ αργούς ρυθμούς κι αλλάζουν με ακόμα αργότερους, δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύουμε ότι μπορούμε να φτιάξουμε ένα νέο συλλογικό αφήγημα εκ του μηδενός. Πρέπει να επιστρατεύσουμε τα υπάρχοντα προς ένα νέο σκοπό. Εδώ τα νερά είναι θολά, αλλά υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα. Το σίγουρο είναι ότι ένα νέο αφήγημα πρέπει να συνεγείρει έναν ενάρετο κύκλο που θα προάγει το μήνυμα του, γεννώντας με αυξανόμενο ρυθμό άρθρα, συζητήσεις, βιβλία, τέχνη, και βέβαια πολιτική, που θα το εκφράζουν και θα το διαδίδουν.

Σε επόμενα ποστ, θα προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω λίγο περισσότερο τα κάπως αφηρημένα προλεχθέντα, και, κυρίως, να διατυπώσω απαντήσεις.

 

 

Εκλογές Σεπτεμβρίου 2015: 2η βδομάδα δημοσκοπήσεων

Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα που να βγαίνει από τη σύγκριση των δημοσκοπήσεων της πρώτης βδομάδας του Σεπτεμβρίου προς την τελευταία του Αυγούστου είναι το κλείσιμο της ψαλίδας ΣΥΡΙΖΑ ΝΔ με πτώση του πρώτου κι άνοδο της δεύτερης.

Η άνοδος αυτή θα πρέπει ν’ αποδοθεί σε κίνηση ταχτικής των ψηφοφόρων του Ποταμιού οι οποίοι εμφανίζονται να μειώνονται. Ο λόγος είναι προφανής: το κυνήγι των 50 εδρών του εκλογικού μπόνους.

Μια άλλη παρατήρηση είναι η σχετική μείωση της ΛΑΕ κι η άνοδος του ΠΑΣΟΚ που θα μπορούσε ν΄ αποδοθεί στην απόφαση του ΚΙΔΗΣΟ να μην κατέβει στις εκλογές

Γενικά, όλες οι δημοσκοπήσεις κινούνται στα ίδια νούμερα με μικρές αποκλίσεις, μ’ εξαίρεση της Bridging Europe η οποία, όπως και την προηγούμενη βδομάδα, δείχνει μια μεγάλη διαφορά ΣΥΡΙΖΑ ΝΔ, υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι αυτή η δημοσκόπηση που φέρνει τη διαφορά των δύο πρώτων σε μια μονάδα. Χωρίς αυτήν θα είχαμε σχεδόν ίσα ποσοστά (απόκλιση δεύτερου δεκαδικού).

Η εκτίμηση για το εκλογικό αποτέλεσμα της 1ης εβδομάδας του Σεπτεμβρίου σχηματίστηκε σαν μέσος όρος των παρακάτω δημοσκοπήσεων:

  1. Pulse/Action24
  2. Alco/Newsit
  3. GPO/Mega
  4. Μετρον/Παραπολιτικά
  5. ΠαΜακ/Σκάι
  6. MRB/Star
  7. Bridging Europe
  8. To the point/Μακεδονία
  9. Καπα Research/Βήμα
  10. Pulse/pontiki

Η αναποφάσιστοι κατανέμονται αναλογικά πράγμα που δεν είναι σωστό αλλά δεν διαθέτω και κάποιο καλύτερο μοντέλο για πρόβλεψη. Αν πρόκειται να υπάρξει μια έκπληξη, απ’ αυτούς θα προέλθει βέβαια.

Screenshot 2015-09-07 22.25.07

 

 

Εκλογές Σεπτεμβρίου 2015: μια πρώτη εκτίμηση

Όχι, δεν αποφάσισα να γίνω εκλογολόγος. Αλλά από τη μια η παταγώδης αποτυχία της πρόβλεψης του αποτελέσματος του πρόσφατου δημοψηφίσματος κι από την άλλη η ενασχόληση μου με τη στατιστική το χειμώνα που μας πέρασε, κι  ένα βιβλίο που διάβαζα αυτές τις μέρες (το  The Signal and the Noise του Nate Silver) με παρακίνησαν να ρίξω μια πιο προσεκτική ματιά απ’ ότι συνήθως στις εκλογικές προβλέψεις.

Πήρα, λοιπόν, ότι δημοσκόπηση κυκλοφόρησε την περασμένη εβδομάδα, μετέτρεψα σε εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος την πρόθεση ψήφου (όπου αυτό δεν δημοσιευόταν)  κι έβγαλα των μέσο όρο των εκτιμήσεων.

Οι δημοσκοπήσεις ήταν οι ακόλουθες:

  1. Παν.Μακεδονίας/ΣΚΑΪ
  2. MRB/Αγορά
  3. Μetron/Real News
  4. Prorata/ΕφΣυν
  5. Bridging Europe/Αυγή
  6. MARC/Alpha
  7. Bild
  8. Βήμα/KapaResearch
  9. Alco/ΠΘ

Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπετε στο παρακάτω γράφημα.

Screenshot 2015-08-31 22.04.05

Σκοπεύω να κάνω το ίδιο και τις άλλες δύο εβδομάδες και να συγκρίνω στο τέλος με το πραγματικό αποτέλεσμα. Ελπίζω  να μπορέσω να βγάλω κάποια συμπεράσματα ως προς το γιατί αποτυγχάνουν ή επιτυγχάνουν οι εκτιμήσεις.

Πάντως η εικόνα ως τώρα δείχνει ότι πάμε για κυβέρνηση συνεργασίας.

Μεταξύ ποιών είναι το θέμα. Κι ίσως το στοίχημα.

Πως αγοράζω βιβλία και ποιούς θα ‘πρεπε ν’ ανησυχεί

Σήμερα το πρωί έκανα μια βόλτα σε δυό Αθηναϊκά βιβλιοπωλεία, ένα μικρό κι ένα μεγάλο. Και στα δύο εντόπισα βιβλία που μ’ ενδιέφεραν αλλά δεν αγόρασα τίποτα.

Στην μεν περίπτωση του μικρού γιατί βρήκα το (ελληνικό) βιβλίο που μ’ ενδιέφερε 6 ευρώ ακριβότερα απ’ όσο θα μπορούσα να το πάρω από τον εκδότη του, και στην περίπτωση του μεγάλου γιατί τα δύο αγγλικά που μου τράβηξαν την προσοχή παρότι πολύ φθηνά σε σχέση με τα ελληνικά αντίστοιχου μεγέθους βιβλία , μια γρήγορη αναζήτηση στο amazon μου έδειξε ότι θα μπορούσα να τ’ αποκτήσω στο 1/3 αυτής της ήδη χαμηλής τιμής!

Πάνε κοντά 4 χρόνια από τότε που πήρα τον πρώτο μου ebook reader, το kindle.
Από τότε ως σήμερα άλλαξαν πολλά προς το καλύτερο για την εμπειρία της ανάγνωσης. Δεν περιορίζομαι πιο μόνο στο kindle. Διαβάζω πολύ και στο iPad mini που είναι ελαφρύ και βολικό γι αυτή τη δουλειά. Προσφέρει επίσης καλύτερη πλοήγηση από το Kindle και υποστηρίζει περισσότερα ebook format, συμπεριλαμβανομένου του pdf το οποίο προτιμούν αρκετοί έλληνες εκδότες (αν και δεν είναι πραγματικό ebook format, αλλά με καλή σελιδοποίηση και, βέβαια, δυνατότητα για υψηλής ποιότητας φωτογραφίες).

Η ευκολία με την οποία αγοράζει κανείς ηλεκτρονικό βιβλίο δεν έχει προηγούμενο και γι αυτό το προϊόν-βιβλίο που παλαιότερα αποτελούσε αποτέλεσμα επιλογής κι εμπεριστατωμένης αναζήτησης έχει γίνει πια impulse buy. Και βέβαια σ’ αυτό συντελεί κι ο παράγοντας τιμή.

Εξακολουθώ ν΄αγοράζω κι έντυπα βιβλία ακόμα.

Τεσσάρων ειδών κυρίως:

  • ό,τι έχει πολύ οπτικό υλικό και απαιτεί μεγάλη διάσταση για να το απολαύσεις (λευκώματα, graphic novels, ειδικές εκδόσεις)
  • ό,τι δεν μπορώ να βρω σε άλλη γλώσσα ή ηλεκτρονικό
  • ό,τι είναι τόσο προσεγμένο σαν έκδοση που συνιστά συλλεκτικό αντικείμενο
  • παλιά βιβλία

Γιατί τα λέω όλ’ αυτά; Γιατί η πρωινή μου βόλτα κι οι αγοραστικές κι αναγνωστικές μου συνήθειες  (στο βαθμό που αυτές οι τελευταίες είναι ή τείνουν να γίνουν κοινός τόπος), προοιωνίζουν άλλη μια καταστροφή για την ελληνική οικονομία: την καταστροφή του βιβλίου και της βιβλιοπαραγωγής.

Για ν’ ανταγωνιστεί ο έλληνας εκδότης και βιβλιοπώλης τον ξένο, μέχρι τώρα επαφίετο σε δύο πράγματα: ότι τα μεταφορικά από το εξωτερικό επιβάρυναν αρκετά την τιμή του ξένου βιβλίου, κι ότι, έτσι κι αλλιώς, τα βιβλία που γράφονταν στα ελληνικά δεν μπορούσε κανείς να τα προμηθευτεί απ’ αλλού.

Και οι δύο συνθήκες έχουν εκλείψει πλέον λόγω του ηλεκτρονικού βιβλίου: και μπορεί κανείς ν’ αγοράσει φθηνότερα το ξένο βιβλία κατευθείαν από την πηγή, και όσοι συγγραφείς (ναι, συγγραφείς, κι εδώ είναι ο κίνδυνος για τους εκδότες) ή εκδότες το επιθυμούν, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα μεγάλα κανάλια διανομής (: Αmazon, iBooks, Β&Ν)  για να εκδόσουν και να προωθήσουν τα βιβλία τους.

Το παιχνίδι της διανομής έχει πλέον χαθεί για τον ελληνικό κόσμο του βιβλίου. Είναι θέμα χρόνου.  Το στοίχημα που μένει είναι να μην χαθεί και το παιχνίδι της παραγωγής.

(Συ)ζητώντας εξηγήσεις

Από το 2009 ως σήμερα που προσπαθώ κι εγώ όπως όλοι να καταλάβω αυτή την καταστροφική παλίρροια που μας έχει σαρώσει, ανάμεσα στα πολλά που μου έχουν κάνει εντύπωση ξεχωρίζω ως κορυφαίο την παλινδρόμηση στον αταβισμό και την ανορθολογικότητα.

Η ιστορία βέβαια μας διδάσκει ότι κάτι τέτοιο δεν αποτελεί εξαίρεση σε περιόδους κρίσης. Μάλλον είναι ο κανόνας.  Είναι άλλο όμως τον κανόνα αυτό να τον αντιλαμβάνεσαι σαν μια γενική συνισταμένη μέσα από ένα ιστορικό εγχειρίδιο, κι άλλο σαν καθημερινή εμπειρία, ειδικά με ανθρώπους που ξέρεις, γνωρίζεις χρόνια, εκτιμάς για τη διαύγεια της σκέψης τους, και ξαφνικά δεν μπορείς πλέον να καταλάβεις.

Κι όσο αυτό γενικεύεται τόσο περισσότερο αρχίζεις ν’ αμφιβάλεις για τη δική σου διανοητική κατάσταση και κρίση.

Για να ξορκίσω ακριβώς αυτό το φόβο κι αυτή την αμφιβολία, γράφω όσα ακολουθούν, κι όχι γιατί θέλω να νουθετήσω ή να διδάξω κάτι άλλους.

Πάμε από την αρχή λοιπόν. Σ΄ όλες τις συζητήσεις που κάνω κάποια στιγμή αργά ή γρήγορα θα εμφυλλοχωρήσει μια άποψη που προσπαθεί να εξηγήσει καταστάσεις και πράγματα αποδίδοντας τις αιτίες σε σχεδιασμούς κάποιων κέντρων, εντός ή εκτός της χώρας.  Στη δημόσια συζήτηση όσοι δεν υιοθετούν παρόμοιες απόψεις τις λοιδωρούν και τις απορρίπτουν συλλήβδην ως θεωρίες συνομωσίας κάτι που ελάχιστα επηρεάζει αυτούς που τις πιστεύουν και τις επικαλούνται.

Θα προσπαθήσω ν’ ακολουθήσω μια διαφορετική γραμμή αλλά θέτοντας εξαρχής κάποιες αρχές για το πως θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται μια “εξήγηση” και μια “θεωρία” αντλώντας τες από το μοναδικό πεδίο ανθρώπινης σκέψης που συζητάει τέτοια θέματα, τη φιλοσοφία και πιο ειδικά, την επιστημολογία.

Πρώτη αρχή, το ξυράφι του Όκκαμ

Ο Όκκαμ ήταν ένας καλόγηρος του μεσαίωνα που διατύπωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα αρχή. Σαν τέτοια δεν επιδέχεται απόδειξης, είναι κάτι που είτε το αποδέχεσαι, είτε όχι. Αλλά η αρχή αυτή έχει επηρεάσει αιώνες ανθρώπινης σκέψης κι αναζήτησης κι αν μη τι άλλο, η αποδοχή της καλά κρατεί.

Λέει λοιπόν αυτή η αρχή περίπου το εξής: όταν για την εξήγηση ενός γεγονότος υπάρχουν περισσότερες από μια κι αντικρουόμενες θεωρίες, επιλέγουμε αυτήν με τις λιγότερες υποθέσεις.

Ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητή η αρχή: αν ψάχνουμε να βρούμε γιατί έχει χρεωκοπήσει ένα φίλος μας που είχε το πάθος της χαρτοπαιξίας, το ν’ αποδώσουμε ακριβώς σ’ αυτό το πάθος του τη χρεωκοπία είναι μια εξήγηση με λιγότερες υποθέσεις από μιαν άλλη που λέει ότι τον επιβουλεύονταν κάποιοι που φρόντισαν να του πάνε όλα στραβά. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε περισσότερες από μια υποθέσεις: ότι υπάρχει μια ομάδα κάποιων που τον επιβουλεύονται, ότι αποφασίζουν να καταστρώσουν ένα σχέδιο για να τον καταστρέψουν, ότι χρησιμοποιούν χ μεθόδους για να φέρουν το σχέδιο σε πέρας, κι ότι δεν γίνονται αντιληπτοί και το καταφέρνουν.

Προσέξτε εδώ ένα λεπτό σημείο: η πρώτη θεωρία είναι προτιμώτερη από την δεύτερη γιατί έχει λιγότερες υποθέσεις μεν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η δεύτερη θεωρία είναι αδύνατον να είναι αληθινή. Για να κριθεί όμως ως πιθανή θα πρέπει κανείς να προσκομίσει αρκετές αποδείξεις. Η αρχή του Όκκαμ ισχύει όσο επεξεργαζόμαστε κάτι μόνο με το μυαλό και τη φαντασία κι όχι όταν υπάρχουν γεγονότα που συνηγορούν με μια από τις θεωρίες.

Δεύτερη αρχή, η αρχή της διαψευσιμότητας

Μια θεωρία για να μπορεί να πείσει για την  ισχύ της πρέπει να καταφέρνει σε ικανοποιητικό βαθμό δυο αποτελέσματα:

α. να εξηγεί τα γεγονότα

β. να προβλέπει την πορεία μελλοντικών

Στην εξήγηση μέσα κρύβεται κι η ρίζα της ανατροπής μια θεωρίας. Γιατί αν βρούμε μια σειρά από γεγονότα που με βάση τη θεωρία θα έπρεπε να συμπεριφέρονται με τρόπο Α κι εν τούτοις παρατηρούμε να συμβαίνει κάτι άλλο, το Β, τότε λέμε ότι η θεωρία διαψεύστηκε και συνεπώς την απορρίπτουμε. Μια θεωρία πρέπει εξαρχής να παρουσιάζει σαφώς τη συνθήκη της διάψευσης της. Αν μια τέτοια δεν μπορει να διατυπωθεί, τότε η θεωρία χαρακτηρίζεται ως μεταφυσική και δεν μας προσφέρει γνωστική αξία.

Αν μ’ έχετε παρακολουθήσει ως εδώ, και ξέρω ότι θα έχω ήδη χάσει πολλούς από σας, ας πάμε τώρα να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις αρχές σε εξηγήσεις της κρίσης.

Πριν μερικές μέρες έθεσα μια ερώτηση στο facebook να μου διατυπώσουν οι φίλοι μου όσο γίνεται πιο συνοπτικά την άποψη τους για την αιτία της ελληνικής κρίσης.

Πήρα πολλές απαντήσεις κι ειλικρινά ευχαριστώ γι αυτό. Επιτρέψτε μου χάριν οικονομίας να ομαδοποιήσω μερικές και να τις συζητήσω με βάση τις δύο πιο πάνω αρχές.

Οι απαντήσεις με άξονα την ηθική ή τον εθνικό χαρακτήρα

  • Αμόρφωτοι πολίτες.
  • Αναλφαβητισμός
  • Ευθυνοφοβία
  • Δρόμο της ‘κακίας’
  • Η νοοτροπία μας
  • Διαφθορά
  • Διαχρονική ανομία
  • Κουλτούρα/εκπαίδευση
  • Φαυλοκρατία
  • Καχυποψία
  • Αδιαφορία
  • κ.α.

Οι απαντήσεις αυτές είναι  σύμφωνες με την πρώτη αρχή (το ξυράφι του Όκκαμ) γιατί περιέχουν πολύ λίγες υποθέσεις. Χτυπάνε όμως στη δεύτερη αρχή. Αν κάποιος απ’ αυτούς τους παράγοντες είναι ικανός να προκαλέσει κρίση, τότε δεν θα έπρεπε όπου αλλού απαντάται να υπάρχει επίσης κρίση; Έτσι η διαφθορά κι η φαυλοκρατία, ας πούμε, δεν θα έπρεπε να δημιουργεί κρίση στην Κίνα όπου ξέρουμε ότι υπάρχει σε μεγάλη έκταση; Η Κίνα όμως κινείται σε υψηλή αναπτυξιακή τροχιά άρα ο παράγοντας “διαφθορά” δεν είναι ικανός να την οδηγήσει σε κρίση (ως τώρα τουλάχιστον).

Η αδιαφορία; Σίγουρα τα δυτικά κράτη δεν φημίζονται για το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο αλλά δεν βλέπουμε εξ αιτίας αυτού να βυθίζονται σε μακροχρόνια οικονομική κρίση.

Εκπαίδευση, μόρφωση; Σίγουρα σημαντικοί παράγοντες για την οικονομική ανάπτυξη αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η χρόνια υστέρηση τους μπορεί να εξηγήσει μια οικονομική κρίση. Η Τουρκία είχε όλα αυτά το προβλήματα κι όμως διανύει περίοδο αλματώδους οικονομικής ανάπτυξης. Το ίδιο κι η Βραζιλία.

Οι απαντήσεις που αποδίδουν την κρίση σε κάποιο σχεδιασμό

  • Νέα Τάξη Πραγμάτων

Δεν είμαι πολύ σίγουρος τι είναι η Νέα Τάξη Πραγμάτων αλλά σίγουρα αυτές οι απαντήσεις ‘χτυπάνε’ στο ξυράφι του Όκκαμ: πάρα πολλές υποθέσεις, πολύ περισσότερες απ’ όλες τις άλλες απόψεις: ποιοί είναι πίσω, πως κινούνται, γιατί τώρα, γιατί εμάς κτλ.

Οι γεωγραφικές κι οι ιστορικές απαντήσεις

  • 10 μήνες καλοκαίρι
  • Η Τουρκοκρατία

Εύκολη η κριτική εδώ: αν το καλοκαίρι ήταν το πρόβλημα τότε η ζώνη μεταξύ του 35ου και του 40ου παράλληλου που χοντρικά περικλείει την Ελλάδα, θα έπρεπε να είναι μονίμως σε κρίση. Ομοίως, κι όλα τα έθνη που γεννήθηκαν μετά την διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα έπρεπε να είναι μονίμως σε κρίση.

Οι δομικές/συστημικές απαντήσεις

  • Εμπορικό ισοζύγιο (η χρόνια ελλειμματικότητα δηλαδή).
  • Η ολλανδική ασθένεια (too much easy money).
  • Δημοσιες σοσιαλκαπιταλιστικες σπατάλες
  • Ο καπιταλισμός
  • Ο υπερβολικός δημόσιος τομέας
  • Κλεπτοκρατία
  • Ανίσχυροι θεσμοί
  • κ.α.

Οι απαντήσεις αυτές είναι ικανοποιούν και τα δύο κριτήρια σε κάποιο βαθμό αλλά κάποιες αναπόφευκτα είναι πιο γενικές από άλλες. Π.χ. η απόδοση της κρίσης στον καπιταλισμό είναι πολύ γενική απάντηση κι αν ήταν να διαλέξουμε μεταξύ αυτής και του εμπορικού ισοζύγιου (λέω ένα στην τύχη) θα προτιμούσαμε το δεύτερο γιατί περιέχει λιγότερες υποθέσεις.

Και βέβαια δεν αποκλείεται πολλές απ’ αυτές τις εξηγήσεις να δρουν συνδυαστικά. Πάντως εδώ είμαστε στην κατηγορία των απαντήσεων που έχουν την επιστημολογική σφραγίδα ότι μπορούν να χρησιμεύσουν σαν πραγματικές εξηγήσεις.

Δυστυχώς για το θυμικό μας οι απαντήσεις αυτές δεν καταδεικνύουν εύκολους ενόχους. Και, κυρίως, δεν καταδεικνύουν ενόχους των οποίων η απομάκρυνση και τιμωρία επαναφέρει το σύστημα στην πρότερη κατάσταση. Και παρά την αναπόφευκτη υπεραπλούστευση που ενείχε η παραπάνω συζήτηση, αν υπάρχει κάτι που μένει, τουλάχιστον σε μένα, είναι τ’ ότι ένα πρόβλημα που απαιτεί διεξοδικούς ορθολογικούς χειρισμούς για να το λύσεις,  δεν λύνεται ποτέ εν είδει γόρδιου δεσμού. Σκοπός είναι μετά το λύσιμο του κόμπου να έχουμε ακόμα σχοινί.